ἐτηρίς

ἐτηρίς, ίδος, ,
A term of years, Hierocl.Facet.62.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετηρίς — ἐτηρίς, ἡ (Α) [έτος] σύνολο ή περίοδος ετών …   Dictionary of Greek

  • ἐτηρίς — term of years fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτηρίδι — ἐτηρίς term of years fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτηρίδος — ἐτηρίς term of years fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτηρίδων — ἐτηρίς term of years fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οκταετηρίδα — η (Α ὀκταετηρίς και ὀκτωετηρίς, ίδος) χρονικό διάστημα που απαρτίζεται από οκτώ χρόνια, οκταετία νεοελλ. η όγδοη επέτειος αρχ. αστρον. ημερολογιακό σύστημα που χρησιμοποιήθηκε στην αρχαία Ελλάδα από τον 6ο π.Χ. αιώνα και κατά το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • οκτωκαιδεκαετηρίς — ὀκτωκαιδεκαετηρίς, ίδος, ἡ (ΑΜ) χρονική περίοδος δεκαοκτώ ετών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀκτωκαίδεχα «δεκαοκτώ» + ετηρίς (< ἐτήρ), πρβλ. οκτα ετηρίς] …   Dictionary of Greek

  • πενταετηρίδα — η / πενταετηρίς, ίδος και πεντετηρίς και αιολ. τ. πεμπέτηρις, Α 1. χρονικό διάστημα πέντε χρόνων, η πενταετία 2. η πέμπτη επέτειος ενός σημαντικού γεγονότος 3. η γιορτή που γίνεται με την ευκαιρία τής συμπλήρωσης πέντε χρόνων αρχ. ως επίθ. αυτός… …   Dictionary of Greek

  • πεντεκαιδεκαετηρίς — ίδος, ἡ, ΜΑ (ως ουσ. και ως επίθ.) χρονική περίοδος δεκαπέντε ετών. [ΕΤΥΜΟΛ. < πεντεκαίδεκα «δεκαπέντε» + ετηρίς (< έτηρος < ἔτος), πρβλ. πεντα ετηρίς] …   Dictionary of Greek

  • πεντηκονταετηρίδα — η / πεντηκονταετηρίς, ίδος, ΝΜΑ χρονική περίοδος πενήντα συνεχών ετών, πεντηκονταετία νεοελλ. η πεντηκοστή επέτειος κάποιου σημαντικού γεγονότος καθώς και η γιορτή που γίνεται για την επέτειο αυτή. [ΕΤΥΜΟΛ. < πεντήκοντα + ετηρίς (< έτηρος… …   Dictionary of Greek

  • χιλιετηρίδα — η / χιλιετηρίς, ίδος, ΝΜΑ, και χιλιοετηρίς Μ περίοδος χιλίων ετών, χιλιετία νεοελλ. η χιλιοστή επέτειος. [ΕΤΥΜΟΛ. < χιλι(ο) * + ετηρίς (< έτηρος < ἔτος), πρβλ. πεντα ετηρίς/ ίδα] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.